Climate, apocalypse

Our planet has been warming up since the Industrial Revolution mainly due to the accumulation of carbon dioxide and methane in the atmosphere, gases that result from the burning of fossil fuels that spur and sustain our economic development. This is a scientific fact that no one doubts. Paleoclimatologists place the current trend in a wider context by comparing past periods of Earth’s history where warming up had occurred due to natural processes. We also know of the Milankovitch 100,000-year cycles that determine the phasing of ice ages with interglacials. According to those cycles we ought to be entering into an ice age. Temperatures ought to be dropping and ice on the polar caps ought to be thickening. Ironically, our pumping of greenhouse gases to the atmosphere seems to compensate for all that.

Science can describe with relative accuracy the past and the processes by which we got where we are today. Logic, and some rather crude computer models that run on computers, predict that if we continue with business-as-usual many nasty things will happen to our environment. Indeed many of those things are happening already. Earth is sick; there can be no question about it. And, very probably – why almost certainly -it has been made sick because of human industrial activity.

Two questions follow:

Question 1: Can we do something about it?

Question 2: Providing we can what should we do?

The Kyoto Protocol, as well as the recent international discussion at Bali for the successor agreement, emphatically answer “Yes” to the first question and “Curb carbon emissions” to the second. There seems to be worldwide consensus on those answers and, with the exception of the US government and a handful of die-hard skeptics, the rest of the world seems willing to bite the bullet and proceed with a more responsible, equitable and collective stewardship of the planet, at a nominal cost. Sounds all right, doesn’t it?

Well it does and perhaps it is. However, I will examine the nature of the two questions posed in order to argue that the climate change debate is not really about climate science, or economics. Inexactness is in the method and nature of both, and one could argue ad nauseum about the merits of different approaches, analyses and the like. Evidently, the issue is not an academic one, although scientists are being involved in an unprecedented way and are being awarded not the Nobel Prize for Physics or Economics but the Nobel Prize for Peace, a distinction usually reserved for politicians or activists.

Additionally, I would argue that the debate is not even a political one. Of course, many heads of state would envy Al Gore and would like a piece of his action and fame. Climate change seems to galvanize electorates across the globe, even when no one really bothers to explain the details to them. But let us leave the cunning politicos aside, for their perfidiousness is well-documented. Even honest, well-wishing politicians fall back on inexact science in order to validate their decisions and by doing so fall into the abyss of folly. Their decisions usually evoke the insurance argument: i.e. curb emissions at a premium now in order to avoid dire consequences in the future. But the insurance argument is a weak one. Its weakness lies firstly in selecting and prioritizing future risks, and secondly in defining the premium. Climate change is not the only thing threatening future generations. If the world wants to buy insurance on its future safety then funds need to be established in order to deal with rogue asteroids, supervolcanic eruptions, supernova explosions in the vicinity of our solar system, pandemics, plume explosions, and – why not – invasion of Earth by an alien civilization. The list of possible threats can go almost forever. And how about that premium? How much does it cost? How can one be certain that forgoing A% of the world’s output is optimal and not A+B%, when the science of prediction is so inexact? If one is talking about the future of the planet shouldn’t one be generous with premiums? If the alternative is life on a scorched planet without wildlife, a barren rock in space, shouldn’t we consider eliminating greenhouse gases altogether as soon as possible? And if this sounds illogical, where is the logic in defining an optimal premium?

All in all, I will argue that the debate on climate change is principally and foremost an emotional one.

Both questions I asked above are scientifically unanswerable because they deal with certainties. The fact that many scientists have become evangelical in their predictions is unassailable evidence of emotionalism blurring their better judgment. Healthy skepticism has been replaced by much-applauded scientific fundamentalism, which is being rewarded the Nobel. There have been reports of “tears” during the Bali meeting. And the manner by which the meeting proceeded reminds one of an operetta. Why so much passion? The emotional charge that permeates all debates on climate needs to be analyzed by sociologists and psychologists. By being “alarmist” and “apocalyptic” cunning politicians join the chorus of scientists-turned-Bible-prophets in a replay of a very old story, namely the herding of the human flock under an ideological banner, this time the banner being “eco-friendly”. The threat is nature’s revenge on the sinful humankind. God has been replaced by mystical natural forces, by a cybernetic Gaia. Often, the high moral ground is being hijacked by atheists who re-discover faith dressed up as computer simulations of looming Apocalypse. The end is at hand ladies and gentlemen! Repent! Shut the factories down! Shun your riches! Be poor in body and mind! Love thy neighbor! And redemption will surely come!

There is obviously a positive side to all this that needs to be mentioned. Al Gore has been explicit about it too. I will rephrase it as the dawning of a new era in international politics where leaders adopt a common, environment-centered, agenda that, ultimately, can lead only to cooperation and peace. In a world that is about to fall apart there is no point fighting. Or isn’t there?

Well, you see, when the debate is so emotionally charged, when logic and the inexactness of scientific argument have been replaced by certainties, feelings can swing either way unpredictably. You could have Al Gore’s fantastic vision of world cooperation and mutual support but, alas, you could also have war and mutual annihilation. And this is precisely the danger that the world faces as we are being herded into taking decisions about the future, eluding ourselves that we are powerful enough to engineer climate by adopting an equitable sharing of greenhouse gas quotas.

Κλιματική Αλλαγή: Μύθοι, πραγματικότητες και πολιτικές επιλογές

Η επιστήμη του κλίματος – όπως και κάθε επιστήμη – είναι γεμάτη από σιγουριές αλλά και από αβεβαιότητες. Ας δούμε πρώτα τις σιγουριές: ο πλανήτης μας θερμαίνεται. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η μέση παγκόσμια θερμοκρασία αυξήθηκε κατά 0,6 oC εντός του 20ου αιώνα, ενώ η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα (ενός από τα αέρια του θερμοκηπίου) είναι 30% υψηλότερη από αυτή που υπήρχε πριν το 1800, κυρίως λόγω της καύσης υδρογονανθράκων. Αν και η σχέση ανάμεσα στην αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου και της πλανητικής θέρμανσης δεν μπορεί να επαληθευθεί με απόλυτη βεβαιότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων συναινούν στον ανθρωπογενή χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής. Φυσικά, ένα πλήθος από κλιματολογικά στοιχεία αντιβαίνει στην συναίνεση αυτή. Για παράδειγμα, μετρήσεις στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας που δείχνουν ότι η θερμοκρασία έχει ελάχιστα μεταβληθεί, ή μετρήσεις στα βάθη των ωκεανών όπου η θερμοκρασία έχει παραδόξως πέσει. Το κλίμα της Γης είναι η συνισταμένη πολλών φυσικών μηχανισμών ανάδρασης τους οποίους δεν καταλαβαίνουμε ακόμα πλήρως. Επιπλέον, η αλλαγή του κλίματος είναι μια κατά βάση φυσική διαδικασία. Η ιστορία του κλίματος δείχνει ότι πριν 500 εκατομμύρια χρόνια η θερμοκρασία ήταν 8 βαθμούς υψηλότερη και τα αέρια του θερμοκηπίου πολλές φορές περισσότερα. Η Ανταρκτική πάγωσε πριν 30 εκατομμύρια χρόνια, μάλλον εξαιτίας τεκτονικών αλλαγών που εμπόδισαν τη ροή των ωκεάνιων ρευμάτων. Οι θερμοκρασίες συνέχισαν να πέφτουν ώσπου πριν 3 εκατομμύρια χρόνια ο πλανήτης μας μπήκε σε μια περίοδο ταλαντώσεων ανάμεσα σε εποχές παγετώνων, η τελευταία εκ των οποίων τέλειωσε πριν 10.000 χρόνια. Έκτοτε ζούμε σε αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «μακρύ καλοκαίρι» – και δεν είναι τυχαίο ότι η γεωργία και ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε τότε.

Τα μαθηματικά μοντέλα για το κλίμα είναι ακόμα ατελή, ωστόσο βελτιώνονται διαρκώς και τα καλύτερα από αυτά προβλέπουν, ως πιο πιθανό σενάριο, περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1 oC μέσα στα επόμενα 50 με 100 χρόνια.

Επιστήμη και πολιτική

Η επιστημονική συναίνεση μπορεί να μην σημαίνει απόλυτη βεβαιότητα, ωστόσο συνιστά το καλύτερο δυνατό δεδομένο που έχουμε στη διάθεσή μας όταν πρόκειται να αποφασίσουμε πολιτικές.  Όμως οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δεν βασίζονται μόνο στην επιστήμη του κλίματος αλλά και στην οικονομική ανάλυση. Ειδικά, είναι η δεύτερη η οποία παίζει τον βαρύνοντα ρόλο στην πρόβλεψη των πιθανών μελλοντικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Και εδώ, δεν υπάρχει καμία συναίνεση.

Για παράδειγμα, η αναφορά Stern προς τη Βρετανική Κυβέρνηση – η οποία υπολογίζει το κοινωνικό-οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής σε 86 δολάρια ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα – θεωρείται από τους περισσότερους οικονομολόγους ως λανθασμένη (οι περισσότεροι το υπολογίζουν ανάμεσα στα 2 και 12 δολάρια). Περισσότερο αξιόπιστες προβλέψεις υπολογίζουν το κόστος της κλιματικής αλλαγής στα 22 τρισεκατομμύρια δολάρια (αν η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 3 oC, το οποίο είναι ένα πολύ «χειρότερο» σενάριο). Η επίκληση του Αλ Γκόρ για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% στις ανεπτυγμένες χώρες και κατά 50% στις υπόλοιπες θα μείωνε το κόστος αυτό στα 10 τρις, ωστόσο θα κόστιζε για να εφαρμοστεί 34 τρις.

Στο επίκεντρο των πολιτικών του κλίματος βρίσκεται η λογική ότι μειώνοντας την εκπομπή αερίων θα «επισκευάσουμε» το κλίμα της Γης. Κι όμως, κάτι τέτοιο είναι ένας ευσεβής πόθος και τίποτα περισσότερο. Το κλίμα είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη συνισταμένη ενός πλήθους παραγόντων και είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι «επισκευάζεται» τόσο εύκολα και απλά.  Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να εμποδίζει τους πολιτικούς να σχεδιάζουν και να διακυρήσσουν πολιτικές επισκευής του κλίματος. Ας δούμε τις κυριότερες από αυτές, και συγκεκριμένα την πολιτική «cap-and-trade» και την επιβολή «πράσινου φόρου».

Η αναποτελεσματικότητα του Κιότο

Η δημιουργία αγορών εκπομπών τύπου cap-and-trade,  οι οποίες επιτρέπουν σε εταιρίες και κυβερνήσεις να εμπορεύονται δικαιώματα εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου μέσα σε συγκεκριμένα όρια, δεν είναι οικονομικά αποτελεσματικές. Δημιουργούν συνθήκες ανάπτυξης καρτέλ που αναζητά να εκμεταλλευτεί το σύστημα και να βγάλει κέρδη. Η γραφειοκρατία που υποτίθεται επιβλέπει και συντηρεί το σύστημα συναλλάσσεται με επαγγελματίες λομπίστες και εταιρίες με πολιτικές διασυνδέσεις που επιζητούν ολοένα και περισσότερα credits, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στην πραγματικότητα, δεν υφίστανται συνθήκες ανοιχτής αγοράς στο cap-and-trade αλλά ένα κλειστό περιβάλλον ανταγωνισμού για επιλεγμένους και καλά διασυνδεδεμένους παίκτες. Επιπλέον ο έλεγχος που ασκούν στην αγορά αυτή οι κυβερνήσεις είναι σημαντικός. Αντίθετα με ότι ισχυρίζονται στα φόρουμ για το περιβάλλον οι δυτικοί ηγέτες, στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να απωλέσουν το δικαίωμα των κυβερνήσεών τους για τη διαμόρφωση μακροοικονομικού σχεδιασμού. Όλοι γνωρίζουν ότι αν μειωνόταν η κατανάλωση υδρογονανθράκων, οι επιπτώσεις στην οικονομία θα ήταν από δυσμενείς έως καταστροφικές. Πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αύξηση των τιμών και του πληθωρισμού, ανεργία, θα ήταν μερικά από τα αποτελέσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τα μεγάλα λόγια κανένα μέλος της ΕΕ δεν έχει πετύχει τους στόχους του Κιότο (οι μόνες χώρες που το έχουν πετύχει είναι εκείνες που ξεκίνησαν να παίρνουν μέτρα μείωσης των εκπομπών πριν την υπογραφή του Κιότο που έγινε το 1997, η οποία συνθήκη όμως θεωρεί το 1990 ως έτος βάσης). Επίσης, συνθήκες τύπου Κιότο δεν θα είχαν ούτως ή άλλως κανένα σημαντικό αποτέλεσμα στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου αφού δεν επιβάλλουν περιορισμούς στην Ινδία και την Κίνα, αμφότερες οι οποίες έχουν αρνηθεί δημόσια να αποδεχθούν περιορισμούς που θα έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική τους ανάπτυξη.

Εναλλακτικά, οι δυτικές κυβερνήσεις θα μπορούσαν να επιβάλλουν ένα «πράσινο φόρο», κάτι που θα ήταν σαφώς πιο οικονομικά αποτελεσματικό. Ένα τέτοιο μέτρο όμως θα ήταν ιδιαίτερα απεχθές στους ψηφοφόρους, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην ΕΕ όπου οι κυβερνήσεις ήδη υπερφορολογούν τα καύσιμα.

Οι ιστορικές και οικονομικές συγκυρίες πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Το τέλος της δεκαετίας του 90, όταν υπογραφόταν το Κιότο, ήταν μια διαφορετική εποχή. Σήμερα ο κόσμος αντιμετωπίζει μια βαθιά οικονομική κρίση, ενώ η ανεργία και ο πληθωρισμός απειλούν τις συνθήκες διαβίωσης στις ανεπτυγμένες χώρες. Η πρόσφατη αιχμή στην τιμή του πετρελαίου έδειξε πόσο ευάλωτες είναι οι κοινωνίες μας. Αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει κάποιος δυτικός πολιτικός, έχων σώας τας φρένας, ο οποίος θα απαιτήσει να προστεθούν επιπλέον φόροι στα καύσιμα, αυξάνοντας έτσι το κόστος ζωής για τους καταναλωτές, ώστε τα τρισέγγονά μας εκατό χρόνια από σήμερα να μπορέσουν (χωρίς να είναι καν βέβαιο) να ζήσουν σε έναν πλανήτη με πάγους και πολικές αρκούδες. Δυστυχώς, αυτοί οι ίδιοι οι πολιτικοί, αναλογιζόμενοι το πολιτικό κόστος, δεν πρόκειται να παραδεχθούν ποτέ ότι οι υπάρχουσες πολιτικές για το κλίμα είναι είτε πρακτικά ανεφάρμοστες είτε απλά κακές. Τουτέστιν, θα συνεχίσουμε να ακούμε μεγάλα λόγια και να μην βλέπουμε να γίνεται τίποτα ουσιαστικό.

Ένας πλανήτης χωρίς πετρέλαιο;

Τα γνωστά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που υπάρχουν στη Γη είναι μη-ανανεώσιμα ωστόσο αρκούν, σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς, για είκοσι ή τριάντα ακόμα χρόνια. Η απελευθέρωση του Αρκτικού Ωκεανού από τους πάγους, η εκμετάλλευση βαθύτερων υποθαλάσσιων κοιτασμάτων και η εξόρυξη κοιτασμάτων πίσσας θα μπορούσε να προσφέρει πετρέλαιο για άλλα διακόσια χρόνια. Επιπλέον τα κοιτάσματα άνθρακα θεωρούνται ότι αρκούν για άλλα τριακόσια χρόνια. Ο πλανήτης μας δεν υποφέρει από έλλειψη ενεργειακών αποθεμάτων. Ωστόσο, κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι τα κλιματικά μοντέλα που προβλέπουν σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας  και συνθήκες αποκάλυψης είναι λανθασμένα, υπάρχουν σημαντικοί γεωπολιτικοί και οικονομικοί λόγοι για τους οποίους ο δυτικός κόσμος θα πρέπει να στραφεί σε νέες, εναλλακτικές και ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. Η ένταση με το Ιράν, η πρόσφατη κρίση στη Γεωργία, τα παραληρήματα του Τσάβες, ένας μελλοντικός ανταγωνισμός στον Αρκτικό Ωκεανό, η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, δείχνουν ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να συνεχίζουμε τις παλιές συνήθειες.

Ωστόσο η ενεργειακή απεξάρτηση της Δύσης δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Σήμερα οι υδρογονάνθρακες – άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο – παρέχουν πάνω από τρία τέταρτα της παγκόσμιας ενέργειας. Σημαντικές επενδύσεις από κυβερνήσεις και ιδιωτικά κεφάλαια θα πρέπει να εστιαστούν στην έρευνα και ανάπτυξη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, όπως η αιολική, η ηλιακή, αλλά και η πυρηνική, όπως και στην έρευνα για εντελώς νέες μορφές ενέργειας, π.χ. η ενέργεια του κενού.

Μέχρι τότε θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η κλιματική αλλαγή είναι κάτι αναπόφευκτο και η καλύτερη πολιτική είναι όχι εκείνη που προσπαθεί να την αποφύγει επί ματαίω, αλλά εκείνη που προετοιμάζει την ανθρωπότητα για να την δεχτεί, εξοπλίζοντας την με την κατάλληλη γνώση και τεχνολογία.

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή σημαίνει επίσης τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της ανθρωπότητας. Ο λόγος που η Ολλανδία μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα την εισχώρηση της θάλασσας στο έδαφός της από το Μπαγκλαντές είναι η διαφορά στον πλούτο ανάμεσα στις δυό χώρες. Ένα πλούσιο Μπαγκλαντές θα μπορέσει κάποτε να αντιμετωπίσει τις κλιματικές αλλαγές και να προστατέψει τους πολίτες του και τις περιουσίες τους. Το ίδιο ισχύει για τις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής που υποφέρουν από λειψυδρία ή βλέπουν το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους να χάνεται εξαιτίας του AIDS ή της ελονοσίας. Οι πλούσιες χώρες έχουν την ηθική υποχρέωση αλλά και το πρακτικό συμφέρον να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών. Υλοποιώντας πολιτικές τύπου Κιότο και βάζοντας φόρους όχι μόνον δεν βοηθάμε τους φτωχούς να γίνουν πλουσιότεροι, αλλά τους καταδικάζουμε για πάντα στη φτώχια και την αρρώστια, δυναμιτίζοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια της δικής μας ευμάρειας και οικονομικής ανάπτυξης.