Είσαι Έλληνας! (Μέρος α΄)

Το ποιοι είμαστε αποτελεί στην περίπτωση μας ένα ερώτημα που δεν φαίνεται να έχει απαντηθεί ικανοποιητικά. Πρόσφατα, ένας υπουργός της ελληνικής κυβέρνησης ειρωνεύτηκε εμάς τους συμπατριώτες του ότι πιστεύουμε πως είμαστε απόγονοι του Περικλή. Το σχόλιό του αντιμετωπίστηκε από τον Ελληνικό Τύπο με διαμαρτυρίες αλλά και με επευφημίες. Υπάρχουν λοιπόν κάποιοι στην Ελλάδα που πιστεύουν στη διαχρονικότητα του ελληνικού έθνους και άλλοι που δεν πιστεύουν. Τι όμως από τα δύο συμβαίνει πραγματικά;

Η διαφορά των απόψεων, και η σύγχυση που δημιουργεί στον καθορισμό της εθνικής μας ταυτότητας, δεν είναι σημερινή. Η καταγωγή της ανάγεται τουλάχιστον στον Ελληνικό Διαφωτισμό του 18ου αιώνα και στη μάχη που έδωσε για να συνθέσει το όραμα ενός αναγεννημένου ελληνικού έθνους. Το όραμα αυτό ήρθε τότε σε σύγκρουση με την Εκκλησία η οποία, υπό την σκέπη των Οθωμανών, είχε παλινδρομήσει σε μια ιστορικά παρωχημένη – όπως θα δούμε – έννοια της οικουμενικότητας που αναγόταν στα χρόνια του πρώιμου και μέσου Βυζαντίου. Έτσι η Εκκλησία αντέδρασε σθεναρά σε οποιαδήποτε ιδέα εθνικής αναγέννησης.

Ακριβώς επειδή το εθνικό όραμα όφειλε να αμυνθεί στις αμφισβητήσεις που δεχόταν τόσο από την «εσωτερική» αντιπολίτευση της Εκκλησίας όσο και από την «εξωτερική» αντιπολίτευση ενός μεγάλου μέρους της Ευρωπαϊκής ακαδημαϊκής και πολιτικής κοινότητας, χρειάστηκε να επινοηθεί μια ιστορική αφήγηση η οποία συνέδεε, λίγο-πολύ άρρηκτα, την κλασσική αρχαιότητα με τη σύγχρονη Ελλάδα.

Αυτή η αφήγηση τίθεται από συλλήψεώς της σε δριμύτατη κριτική. Η αντικειμενικότητά της αμφισβητείται, σήμερα μάλιστα περισσότερο από ποτέ. Την αμφισβήτησή της πρέπει να την πάρουμε σοβαρά και να προσπαθήσουμε να αντιληφθούμε τι είναι αληθινό και τι πλασματικό. Πρέπει να διερευνήσουμε με ψυχραιμία κατά πόσον ο διαχρονικός ελληνισμός είναι μια αμφιλεγόμενη υπόθεση για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε επιτέλους ποιοι είμαστε.

Πριν ξεκινήσουμε την ανάλυση καλό θα ήταν να αντιληφθούμε το πλαίσιο εντός του οποίου σκεφτόμαστε σήμερα την ιστορία μας και την καταγωγή μας. Μεγάλοι διανοητές του 20ου αιώνα, όπως ο Φουκώ, ο Ντεριντά, ο Κούν (Kuhn) και ο Βίτγκενστάιν, μας αποκάλυψαν με ισχυρότατα επιχειρήματα ότι η ιστορική αντικειμενικότητα είναι μια αυταπάτη. Ότι τίποτα δεν είναι απόλυτο, αλλά ούτε και άχρονο. Τα πάντα φθείρονται, μεταβάλλονται και μετουσιώνονται με το πέρασμα του χρόνου. Αυτό σημαίνει ότι οι γνώσεις που έχουμε, αλλά και οι μέθοδοι που χρησιμοποιούμε για να τις αποκτήσουμε και τις αναλύσουμε, είναι υποκειμενικές και άρα υπόκεινται στην κριτική και την απόρριψη. Σύμφωνα με τις αντιλήψεις αυτές, η επιστήμη, η ιστορία, οι θεσμοί, είναι τεχνουργήματα μιας αέναης κοινωνικής πάλης για εξουσία και μπορούν να αποδομηθούν. Η ιδέα του έθνους αποδομείται, όχι μόνον στην περίπτωση της Ελλάδας αλλά παγκοσμίως. Κι αυτή ακριβώς η αποδόμηση συνάδει με την σύγχυση και την κρίση που υφίστανται όλες οι παραδοσιακές ιδέες και αξίες στις αρχές του 21ου αιώνα. Η άνοδος της Κίνας, η παρακμή της Ευρώπης και της Αμερικής, η εναγώνια όσο και αναποτελεσματική αναζήτηση «παγκόσμιων αξιών» που θα αντικαταστήσουν τις «δυτικές», επιβεβαιώνουν ότι τίποτα δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Η μεγάλη μετανάστευση των λαών και η εισροή εκατομμυρίων ανθρώπων στη Δύση με διαφορετική κουλτούρα και αξίες – με τους οποίους όμως θα πρέπει να ζήσουμε μαζί και ειρηνικά – εξωθούν στην αναζήτηση ενός μοντέλου συνύπαρξης όπου όλες οι ιδέες, ακόμα και οι αντιφατικές μεταξύ τους, έχουν το δικαίωμα να συνυπάρχουν και να συνδιαλέγονται ισοδύναμα.

Μου είχε κάνει εντύπωση όταν κάποτε βρέθηκα στην Νέα Υόρκη, σε ένα Κέντρο Υποστήριξης των Ιθαγενών Αμερικανών όπου εργαζόταν ένας επιστήθιος φίλος μου, πόσο βαθιά ριζωμένος είναι ο πολιτιστικός ρελατιβισμός στον σημερινό κοινωνικό σκέπτεσθαι. Όταν το έφερε η κουβέντα για την καταγωγή των Ιθαγενών Αμερικανών άρχισα να αναφέρομαι στην μετανάστευση των ανθρώπων από τη Σιβηρία πριν από 40.000 χρόνια οι οποίοι πέρασαν από τον παγωμένο τότε Βερίγγειο Πορθμό, διεκπεραιώθηκαν στην Αλάσκα, κι από εκεί αποίκησαν ολάκερη την Αμερικανική ήπειρο. Ωστόσο οι Ινδιάνοι συνομιλητές μου είχαν άλλη άποψη. Κατ΄ αυτούς οι πρόγονοί τους ξεφύτρωσαν από τη Γη. Όταν αντιμετώπισα το επιχείρημά τους με την πρόταση ότι αυτό που μου έλεγαν ήταν μύθος ενώ αυτό που τους έλεγα εγώ ήταν επιστήμη, με αντέκρουσαν λέγοντας ότι η «δυτική επιστήμη» είναι ο «μύθος» του δυτικού ανθρώπου. Η συζήτηση δεν ήταν δυνατόν να προχωρήσει παρακάτω διότι, κατά τους συνομιλητές μου, ο δικός τους «μύθος» και ο δικός μου «επιστημονικός μύθος» ήταν ισοδύναμοι. Μπορεί ο πολιτιστικός ρελατιβισμός να φτάνει σε ακρότητες ανοησίας, όπως αυτή που αντιμετώπισα με τους φίλους Ινδιάνους στη Νέα Υόρκη, ωστόσο η θεωρητική του βάση είναι ισχυρή και αγνοώντας την δεν θα καταφέρουμε ποτέ να καταλάβουμε τίποτα καινούργιο. Ο πολιτιστικός ρελατιβισμός είναι ο κύριος λόγος που η έννοια του έθνους υπόκειται σε αποδόμηση. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο στην περίπτωση της Ελλάδας, αλλά για όλον τον κόσμο – αν και η συζήτηση αφορά κυρίως τις δυτικές χώρες, τους κατά τεκμήριο «εφευρέτες του έθνους»…

(συνεχίζεται…)

Nudge

Στην Ελλάδα κουβεντιάζουμε σαν να υπάρχουν δύο μόνον, ακραίες και αμοιβαία αντιθετες, επιλογές για την οικονομία και την κοινωνία: το σοσιαλιστικό μοντέλο με μια ελεγχόμενη από το κράτος οικονομία, ή το φιλελεύθερο μοντέλο της ελεύθερης αγοράς. Φαντάζομαι ότι όσοι διαβάζουν το blog μου έχουν αντιληφθεί ότι κλίνω προς τις ελεύθερες αγορές. Κι αυτό διότι πιστεύω ότι ο άνθρωπος πρέπει να είναι ελεύθερος να δημιουργεί χωρίς την επέμβαση του κράτους. Ωστόσο, δεν είμαι ούτε αφελής ούτε αναρχικός ώστε να πρεσβεύω την απόλυτη κατάργηση του κράτους. Άρα, αυτό που μένει είναι να δούμε πόσο κράτος και τι είδους κράτους χρειαζόμαστε ώστε να απελευθερωθεί η δημιουργικότητα των ανθρώπων και, ταυτόχρονα, να μοιράζεται η πίττα του παραγόμενου πλούτου όσο πιο δίκαια γίνεται. Με άλλα λόγια πρέπει να ορίσουμε πόσο «ελεύθερες» θα πρέπει να είναι οι αγορές. Ας μην ξεχνάμε ποτέ ότι η κύρια αιτία της κρίσης του 2008, από την οποία ο κόσμος δεν έχει ακόμα συνέλθει, ήταν η πλήρης απελευθέρωση των χρηματοπιστωτικών αγορών. Εννοείται ότι δεν είμαι θιασώτης της συνέχισης μιας τέτοιας «ελευθερίας» η οποία έκανε πλουσιότερους το 1% ου παγκόσμιου πληθυσμού και φτωχότερους το 99%. Όμως σε ποιο σημείο βάζει κανείς το «όριο»; Αυτό είναι μια μεγάλη συζήτηση την οποία προτίθεμαι να κάνω μέσα από αυτό το blog.

Για να μπορέσω να την κάνω καλύτερα, και κυρίως για να την κάνω μέσα από έναν ουσιαστικό διάλογο με όσους από εσάς ενδιαφέρονται, θα ήθελα να αρχίσω με την παρουσίαση κάποιων ιδεών που έχουν να κάνουν με την οικονομία, τις αγορές και τον ρυθμιστικό ρόλο του κράτους.

Μια από τις θεμελιώδεις υποθέσεις εργασίας των οικονομικών επιστημών από την εποχή του Adam Smith είναι ο homo economicus, η ιδέα δηλαδή ότι ο καθένας από εμάς σκέπτεται και δρα ορθολογικά, αισθάνεται νηφάλια, και επιλέγει με αλάθητο κριτήριο το συμφέρον του. Στα πανεπιστημιακά βιβλία των οικονομολόγων ο homo economicus διαθέτει την σκέψη ενός Αϊνστάιν, τη μνήμη ενός υπερυπολογιστή και τη δύναμη της θέλησης ενός Μαχάτμα Γκάντι.

Φυσικά, όπως γνωρίζουμε, οι πραγματικοί άνθρωποι δεν είναι καθόλου έτσι. Η ονομαζόμενη «συμπεριφορική οικονομία» (behavioral economics) επιχειρεί, μέσα από την ενσωμάτωση της έρευνας των κοινωνικών επιστημών, της ανθρωπολογίας, της ψυχολογίας και των νευροεπιστημών, να αναθεωρήσει το σώμα της παραδοσιακής οικονομικής επιστήμης και να ερμηνεύσει με πιο ρεαλιστικό τρόπο την οικονομική συμπεριφορά του ατελούς homo sapiens.

Ο Richard H. Thaler, ένας από τους θεμελιωτές της συμπεριφορικής οικονομίας, μαζί με τον Cass R. Sunstein, κορυφαίο νομικό, εξέδωσαν ένα βιβλίο με τίτλο Nudge, Improving Decisions about health, wealth and happiness (Yale University Press, 2008), στο οποίο εξετάζουν τις ανθρώπινες επιλογές  και προτιμήσεις.

Το πρόβλημα, το οποίο διερευνούν οι συγγραφείς, δεν έγκειται στο ότι δεν ξέρουμε τι θέλουμε. Όλοι μας επιθυμούμε μια καλή σύνταξη στο μέλλον, όπως επιθυμούμε επίσης ένα ακριβό δείπνο απόψε το βράδυ. Πόσα όμως τέτοια δείπνα θα πρέπει να στερηθούμε ώστε να έχουμε την καλή σύνταξη; Όταν υπάρχει αβεβαιότητα στις επιλογές, οι επιλογές μας καθοδηγούνται από τον τρόπο με τον οποίο τίθενται ως ερώτηση. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι προκαθορισμένες επιλογές, δηλαδή οι επιλογές οι οποίες αυτομάτως επιλέγονται όταν το υποκείμενο αδρανεί να επιλέξει από μόνο του: σε πολλές χώρες η προεπιλογή δωρητού οργάνων έχει αυξήσει το ρυθμό προσφοράς οργάνων, όπως και η ελάχιστη καταβολή για ένα συνταξιοδοτικό πρόγραμμα ωφελεί εκείνους τους δικαιούχους που δεν ενδιαφέρονται σήμερα αν θα πάρουν ποτέ σύνταξη.

Οι συγγραφείς ενδιαφέρονται για τον τρόπο με τον οποίο ένα σύγχρονο, δημοκρατικό κράτος, μπορεί να επηρεάσει τις επιλογές των πολιτών προς το καλύτερο – ειδικά όταν οι πολίτες δεν είναι απολύτως βέβαιοι για το τι θέλουν.

 

Αρχιτεκτονική Επιλογών

Η πρώτη ιδέα που παρουσιάζουν οι συγγραφείς στο βιβλίο τους ονομάζεται «αρχιτεκτονική επιλογών» (choice architecture). H προφανής αναλογία είναι η αρχιτεκτονική ενός κτηρίου, όπου ο σχεδιαστής «παρακινεί» τους ενοίκους προς μια συγκεκριμένη συμπεριφορά μέσω του τρόπου με τον οποίο έχει σχεδιάσει, π.χ. τις πόρτες, τους διαδρόμους ή τους κοινόχρηστους χώρους. Οι «αρχιτέκτονες των επιλογών» μπορούν να επηρεάζουν τις επιλογές προσαρμόζοντας τον αριθμό των επιλογών, την διατύπωση της πληροφορίας, και τον καθορισμό των προεπιλογών.

Οι Thaler και Sunstein δεν πιστεύουν ότι μπορεί να υπάρξει μια «ουδέτερη αρχιτεκτονική». Ο οποιοσδήποτε τρόπος παρουσίασης των επιλογών επηρεάζει αναπόφευκτα εκείνον που πρέπει να πάρει την απόφαση. Για παράδειγμα, όλοι οι τρόποι παρουσίασης μιας επιλογής έχουν μια προκαθορισμένη προεπιλογή η οποία είναι, συνήθως, η πιο συχνά επιλεγμένη αφού – όπως λένε οι συγγραφείς του βιβλίου – δεν πρέπει να υποτιμάται ποτέ η ανθρώπινη αδράνεια.

Συνεπώς, αν οι ιδιωτικοί οργανισμοί ή το κράτος πιστεύουν ότι μια συγκεκριμένη πολιτική θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα, τότε μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα θέτοντας την πολιτική αυτή ως προκαθορισμένη επιλογή (default choice).

Η εφαρμογή της αρχιτεκτονικής των επιλογών υπογραμμίζει τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη θεώρηση ενός homo economicus και ενός homo sapiens. Σύμφωνα με την παραδοσιακή οικονομική θεωρία, ο homo economicus επηρεάζεται από κίνητρα. Για παράδειγμα, αν το κράτος φορολογεί τα τσιγάρα αυτοί αγοράζουν λιγότερα τσιγάρα. Η αποτυχία της υψηλής φορολόγησης στο να αποτρέψει τους ανθρώπους να καπνίζουν είναι ολοφάνερη στη χώρα μας. Οι συγγραφείς, εμπνεόμενοι από την συμπεριφορική οικονομία, παρατηρούν ότι οι πραγματικοί άνθρωποι θα κόψουν τελικά το κάπνισμα μόνον εφ’ όσον οι ίδιοι θέλουν – και πιστεύουν ότι θα πρέπει να αφήνονται ελεύθεροι να επιλέγουν αν θα καπνίζουν ή όχι. Ωστόσο, με δεδομένο την ιατρική γνώση ότι το κάπνισμα προξενεί καρκίνο, το κράτος μπορεί να «παρακινήσει» τους πολίτες που καπνίζουν να κόψουν την κακή συνήθεια σχεδιάζοντας τις επιλογές τους έτσι ώστε, π.χ. στο ύψος των ασφαλιστικών εισφορών που πληρώνουν να παραγοντοποιείται το γεγονός ότι καπνίζουν, και άρα να πληρώνουν περισσότερο.

 

Φιλελεύθερος πατερναλισμός

Η δεύτερη ιδέα του βιβλίου ονομάζεται «φιλελεύθερος πατερναλισμός» (libertarian paternalism), κάτι που εκ πρώτης ακούγεται οξύμωρο. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι το κράτος οφείλει να προσφέρει στους πολίτες επιλογές σε θέματα δημόσιας πολιτικής, αλλά οι επιλογές αυτές θα πρέπει να παρέχονται μέσω μιας αρχιτεκτονικής η οποία θα προωθεί το συμφέρον των πολιτών. Η φιλελεύθερη (libertarian) διάσταση της στρατηγικής τους προκύπτει από την πίστη τους ότι οι πολίτες πρέπει να είναι ελεύθεροι να κάνουν ότι αυτοί θέλουν – και να μπορούν, αν θέλουν, να αρνούνται τις επιλογές που τους προσφέρονται. Οι συγγραφείς ασπάζονται πλήρως τη ρήση του Milton Freedman ότι οι άνθρωποι πρέπει να είναι «ελεύθεροι να επιλέγουν».

Η διαφοροποίησή τους έγκειται στην εφαρμογή της αρχιτεκτονικών των επιλογών ώστε να εγγυάται η ελευθερία των επιλογών αυτών.

Ως παράδειγμα φέρουν μερικές τυπικές κακές συνήθειες. Αν οι άνθρωποι θέλουν να καπνίζουν, ή να τρώνε καραμέλες, ή να επιλέγουν ένα ακατάλληλο πρόγραμμα υγείας, ή να μην αποταμιεύουν για τη σύνταξή τους, οι φιλελεύθεροι πατερναλιστές οφείλουν να μην τους αναγκάζουν να κάνουν διαφορετικά, ή να τους δημιουργούν δυσκολίες. Οι αρχιτέκτονες επιλογών στην περίπτωση αυτή ενσυνείδητα παρακινούν (όθεν «nudge») τους ανθρώπους προς κατευθύνσεις που θα κάνουν τη ζωή τους καλύτερη. Αυτό γίνεται χωρίς να απαγορεύονται οι άλλες επιλογές ή να τροποποιούνται σημαντικά τα οικονομικά τους κίνητρα. Οι «παρακινήσεις» τις οποίες προτείνουν οι συγγραφείς δεν είναι νόμοι αλλά παρεμβάσεις οι οποίες μπορούν να αποφεύγονται εύκολα. Ως παράδειγμα παρακίνησης αναφέρουν το να βάζει κανείς τα φρούτα σε σημείο που να φαίνονται καλύτερα από τα γλυκά, σε ένα εστιατόριο για τους εργαζόμενους μιας εταιρίας. Δεν είναι παρακίνηση η απαγόρευση του πρόχειρου φαγητού.

Στα καθ΄ημάς

Στην Ελλάδα, η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτών προσυπογράφει στον κρατικό πατερναλισμό, δηλαδή στο κομματικό κράτος-προστάτη που φορολογεί χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα με αντάλλαγμα να παρέχει τα πάντα (κάτι που φυσικά διατείνεται για να νομιμοποιείται, δίχως ποτέ να το εκπληροί). Το συμπέρασμα αυτό προκύπτει εύκολα από μια επισκόπηση της σύγχρονης ελληνικής πολιτικής ιστορίας, καθώς και της σύνθεσης της Ελληνικής Βουλής. Το πραγματικό αποτέλεσμα αυτής της μορφής σκληρού πατερναλισμού είναι η σκιώδης εξυπηρέτηση των ιδιωτικών συμφερόντων μίας πολιτικά διασυνδεδεμένης μειοψηφίας (γνωστοί ως «διαπλεκόμενοι»), η χαμηλή ποιότητα των παρεχομένων από το κράτος υπηρεσιών και η διαφθορά του δημόσιου τομέα και του δημόσιου βίου εν γένει. Η υιοθέτηση πραγματικά φιλελεύθερων πολιτικών ιδεών και πρακτικών θεωρείται «ξένη προς τα Ελληνικά ήθη», περιορίζεται σε ακαδημαϊκό επίπεδο, και οι ελάχιστοι πολιτικοί (βλ. Ανδριανόπουλος, Μάνος) οι οποίοι είχαν το σθένος να την εισάγουν στο προσκήνιο το πλήρωσαν δεόντως.

Αν και η απαισιοδοξία είναι ένα συναίσθημα που συνήθως επαληθεύεται στη χώρα μας, θα ήθελα παρ’ όλα αυτά να ελπίζω πως ιδέες όπως αυτές που προβλημάτισαν τους συγγραφείς του Nudge θα αρχίσουν, σιγά-σιγά, να περνούν και στη συνείδηση των Ελλήνων φορολογουμένων πολιτών. Ίσως, η ευκρινώς διαφαινόμενες πλέον καταρρεύσεις του συστήματος υγείας, του εκπαιδευτικού συστήματος αλλά και του συστήματος κοινωνικής ασφάλειας, όσο επώδυνες κι αν αποβούν, αποδείξουν πέραν πάσης εθελοτυφλίας την αποτυχία του κρατικού πατερναλισμού. Ίσως μια μέρα – γιατί όχι – απαιτήσουμε να επιλέγουμε πώς ξοδεύονται από το κράτος τα χρήματα που εμείς με τόσο κόπο βγάζουμε.

 

Συνδικαλισμός, δημόσιο και αριστερά

Ως απάντηση στο σχόλιο του Γιώργου για το συνδικαλισμό στην Ελλάδα («Ο Βάτραχος στην Κατσαρόλα») οφείλω να αποσαφηνίσω μερικά πράγματα. Πρώτα, ότι συμφωνώ με το Γιώργο ως προς την αξία του συνδικαλισμού. Ο συνδικαλισμός και το οργανωμένο εργατικό κίνημα είναι το μόνο μέσον που έχουν οι εργαζόμενοι για να διαπραγματευτούν με τους εργοδότες τους. Αλλά υπάρχουν δύο, εντελώς διαφορετικά, είδη συνδικαλισμού. Το ένα αφορά στον ιδιωτικό τομέα και το άλλο στο δημόσιο τομέα. Στον ιδιωτικό τομέα οι συνδικαλιστές αναγνωρίζουν ότι υπάρχει ένα μέγιστο όριο μέχρι το οποίο μπορούν να διαπραγματευτούν. Αν η επιχείρηση πάψει να είναι κερδοφόρος τότε θα κλείσει (ή θα πάει αλλού), με αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να μείνουν άνεργοι. Επίσης αυτοί με τους οποίους διαπραγματεύονται, οι εκπρόσωποι της εργοδοσίας, έχουν συμφέρον να διαπραγματευτούν σκληρά με τους εκπρόσωπους των εργαζομένων. Ο συνδικαλισμός στο δημόσιο είναι διαφορετικός. Πρώτον οι εργαζόμενοι γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν «όρια» στα οποία πρέπει να σταματήσουν. Το κράτος-εργοδότης έχει, θεωρητικά, τη δυνατότητα να δανείζεται εις άπειρον (να τυπώνει χρήματα, για παράδειγμα) και να ικανοποιεί έτσι τις απαιτήσεις των συνδικαλιστών του δημοσίου. Όταν μάλιστα οι δημόσιοι υπάλληλοι έχουν νομοθετικά κατοχυρωμένη μονιμότητα δεν τίθεται ούτε καν ζήτημα να μείνουν άνεργοι.  Επίσης, αυτοί που διαπραγματεύονται με τους εκπροσώπους των δημοσίων υπαλλήλων έχουν συμφέρον να ικανοποιήσουν τα αιτήματα τους, έστω και με μεγάλο κόστος για το δημόσιο. Αυτό συμβαίνει επειδή οι «εκπρόσωποι» του κράτους βρίσκονται εκεί χάρη στην πολιτική ισχύ και τους ψήφους που τους παρέχουν τα οργανωμένα συνδικάτα του δημοσίου. Τις τελευταίες δεκαετίες βλέπουμε στις δυτικές χώρες (κι όχι μόνο στην Ελλάδα) τον συνδικαλισμό στον ιδιωτικό τομέα να αδυνατίζει κάθε χρόνο. Ως αποτέλεσμα, οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα δεν έχουν εκπροσώπηση. Αλλά ακόμα και αν είχαν (κι αυτό προς απάντησή σου αγαπητέ Γιώργο) δεν θα είχαν ποτέ την ισχύ των δημοσίων υπαλλήλων για το λόγο που εξήγησα.

Ας έρθουμε λοιπόν τώρα στην αριστερά. Ως «αριστερά» εννοώ την οικονομική ιδεολογία που υποστηρίζει ότι η οικονομία πρέπει να ελέγχεται κυρίως από το κράτος. Το ΠΑΣΟΚ, υπό αυτή την έννοια είναι αριστερό κόμμα. Παραδόξως, και η Νέα Δημοκρατία είναι υπό αυτή την έννοια αριστερό κόμμα, αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία που έχει να κάνει με το γεγονός ότι στην Ελλάδα το κράτος είναι ξεπουλημένο στα συμφέροντα μια μειοψηφίας πλουτοκρατών. Αυτό ακριβώς εννοούσα και με το θέμα μου «Ο βάτραχος στην κατσαρόλα».

Η ιδεολογία του αριστερού ΠΑΣΟΚ, όπως του ΚΚΕ και του ΣΥΝ, επιζητεί να υπάρχουν μόνο κρατικές-εθνικοποιημένες εταιρίες και όλοι οι εργαζόμενοι να είναι δημόσιοι υπάλληλοι. Ο εναγκαλισμός των συνδικαλιστών του δημοσίου με τα εν λόγω κόμματα είναι το επακόλουθο αυτής της ιδεολογίας. Και ως τούτο δημιουργεί μια κτηνώδη, μη-αλτρουιστική συμπεριφορά. Αυτήν ακριβώς τη συμπεριφορά μέμφομαι. Κι αυτό διότι θα ήθελα να διαλύσω το μύθο ότι η «αριστερά» και ο «σοσιαλισμός» είναι ότι πιο κοντά στον «ανθρωπισμό». Δεν είναι. Κι αυτό το βλέπουμε ολοζώντανα στην Ελλάδα με τον τρόπο που διεκδικούν δικαιώματα οι συνδικαλιστές του δημοσίου για τα μέλη τους έστω και αν αυτή η διεκδίκηση έχει σημάνει την χρεοκοπία της χώρας.

Κλιματική Αλλαγή: Μύθοι, πραγματικότητες και πολιτικές επιλογές

Η επιστήμη του κλίματος – όπως και κάθε επιστήμη – είναι γεμάτη από σιγουριές αλλά και από αβεβαιότητες. Ας δούμε πρώτα τις σιγουριές: ο πλανήτης μας θερμαίνεται. Οι επιστήμονες συμφωνούν ότι η μέση παγκόσμια θερμοκρασία αυξήθηκε κατά 0,6 oC εντός του 20ου αιώνα, ενώ η συγκέντρωση διοξειδίου του άνθρακα (ενός από τα αέρια του θερμοκηπίου) είναι 30% υψηλότερη από αυτή που υπήρχε πριν το 1800, κυρίως λόγω της καύσης υδρογονανθράκων. Αν και η σχέση ανάμεσα στην αύξηση των αερίων του θερμοκηπίου και της πλανητικής θέρμανσης δεν μπορεί να επαληθευθεί με απόλυτη βεβαιότητα, η συντριπτική πλειοψηφία των επιστημόνων συναινούν στον ανθρωπογενή χαρακτήρα της κλιματικής αλλαγής. Φυσικά, ένα πλήθος από κλιματολογικά στοιχεία αντιβαίνει στην συναίνεση αυτή. Για παράδειγμα, μετρήσεις στα ανώτερα στρώματα της ατμόσφαιρας που δείχνουν ότι η θερμοκρασία έχει ελάχιστα μεταβληθεί, ή μετρήσεις στα βάθη των ωκεανών όπου η θερμοκρασία έχει παραδόξως πέσει. Το κλίμα της Γης είναι η συνισταμένη πολλών φυσικών μηχανισμών ανάδρασης τους οποίους δεν καταλαβαίνουμε ακόμα πλήρως. Επιπλέον, η αλλαγή του κλίματος είναι μια κατά βάση φυσική διαδικασία. Η ιστορία του κλίματος δείχνει ότι πριν 500 εκατομμύρια χρόνια η θερμοκρασία ήταν 8 βαθμούς υψηλότερη και τα αέρια του θερμοκηπίου πολλές φορές περισσότερα. Η Ανταρκτική πάγωσε πριν 30 εκατομμύρια χρόνια, μάλλον εξαιτίας τεκτονικών αλλαγών που εμπόδισαν τη ροή των ωκεάνιων ρευμάτων. Οι θερμοκρασίες συνέχισαν να πέφτουν ώσπου πριν 3 εκατομμύρια χρόνια ο πλανήτης μας μπήκε σε μια περίοδο ταλαντώσεων ανάμεσα σε εποχές παγετώνων, η τελευταία εκ των οποίων τέλειωσε πριν 10.000 χρόνια. Έκτοτε ζούμε σε αυτό που οι επιστήμονες ονομάζουν «μακρύ καλοκαίρι» – και δεν είναι τυχαίο ότι η γεωργία και ο ανθρώπινος πολιτισμός ξεκίνησε τότε.

Τα μαθηματικά μοντέλα για το κλίμα είναι ακόμα ατελή, ωστόσο βελτιώνονται διαρκώς και τα καλύτερα από αυτά προβλέπουν, ως πιο πιθανό σενάριο, περαιτέρω αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1 oC μέσα στα επόμενα 50 με 100 χρόνια.

Επιστήμη και πολιτική

Η επιστημονική συναίνεση μπορεί να μην σημαίνει απόλυτη βεβαιότητα, ωστόσο συνιστά το καλύτερο δυνατό δεδομένο που έχουμε στη διάθεσή μας όταν πρόκειται να αποφασίσουμε πολιτικές.  Όμως οι αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής δεν βασίζονται μόνο στην επιστήμη του κλίματος αλλά και στην οικονομική ανάλυση. Ειδικά, είναι η δεύτερη η οποία παίζει τον βαρύνοντα ρόλο στην πρόβλεψη των πιθανών μελλοντικών επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Και εδώ, δεν υπάρχει καμία συναίνεση.

Για παράδειγμα, η αναφορά Stern προς τη Βρετανική Κυβέρνηση – η οποία υπολογίζει το κοινωνικό-οικονομικό κόστος της κλιματικής αλλαγής σε 86 δολάρια ανά τόνο διοξειδίου του άνθρακα – θεωρείται από τους περισσότερους οικονομολόγους ως λανθασμένη (οι περισσότεροι το υπολογίζουν ανάμεσα στα 2 και 12 δολάρια). Περισσότερο αξιόπιστες προβλέψεις υπολογίζουν το κόστος της κλιματικής αλλαγής στα 22 τρισεκατομμύρια δολάρια (αν η θερμοκρασία αυξηθεί κατά 3 oC, το οποίο είναι ένα πολύ «χειρότερο» σενάριο). Η επίκληση του Αλ Γκόρ για μείωση των αερίων του θερμοκηπίου κατά 90% στις ανεπτυγμένες χώρες και κατά 50% στις υπόλοιπες θα μείωνε το κόστος αυτό στα 10 τρις, ωστόσο θα κόστιζε για να εφαρμοστεί 34 τρις.

Στο επίκεντρο των πολιτικών του κλίματος βρίσκεται η λογική ότι μειώνοντας την εκπομπή αερίων θα «επισκευάσουμε» το κλίμα της Γης. Κι όμως, κάτι τέτοιο είναι ένας ευσεβής πόθος και τίποτα περισσότερο. Το κλίμα είναι μια εξαιρετικά πολύπλοκη συνισταμένη ενός πλήθους παραγόντων και είναι τουλάχιστον αφελές να πιστεύουμε ότι «επισκευάζεται» τόσο εύκολα και απλά.  Ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να εμποδίζει τους πολιτικούς να σχεδιάζουν και να διακυρήσσουν πολιτικές επισκευής του κλίματος. Ας δούμε τις κυριότερες από αυτές, και συγκεκριμένα την πολιτική «cap-and-trade» και την επιβολή «πράσινου φόρου».

Η αναποτελεσματικότητα του Κιότο

Η δημιουργία αγορών εκπομπών τύπου cap-and-trade,  οι οποίες επιτρέπουν σε εταιρίες και κυβερνήσεις να εμπορεύονται δικαιώματα εκπομπής αερίων του θερμοκηπίου μέσα σε συγκεκριμένα όρια, δεν είναι οικονομικά αποτελεσματικές. Δημιουργούν συνθήκες ανάπτυξης καρτέλ που αναζητά να εκμεταλλευτεί το σύστημα και να βγάλει κέρδη. Η γραφειοκρατία που υποτίθεται επιβλέπει και συντηρεί το σύστημα συναλλάσσεται με επαγγελματίες λομπίστες και εταιρίες με πολιτικές διασυνδέσεις που επιζητούν ολοένα και περισσότερα credits, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στην πραγματικότητα, δεν υφίστανται συνθήκες ανοιχτής αγοράς στο cap-and-trade αλλά ένα κλειστό περιβάλλον ανταγωνισμού για επιλεγμένους και καλά διασυνδεδεμένους παίκτες. Επιπλέον ο έλεγχος που ασκούν στην αγορά αυτή οι κυβερνήσεις είναι σημαντικός. Αντίθετα με ότι ισχυρίζονται στα φόρουμ για το περιβάλλον οι δυτικοί ηγέτες, στην πραγματικότητα δεν επιθυμούν να απωλέσουν το δικαίωμα των κυβερνήσεών τους για τη διαμόρφωση μακροοικονομικού σχεδιασμού. Όλοι γνωρίζουν ότι αν μειωνόταν η κατανάλωση υδρογονανθράκων, οι επιπτώσεις στην οικονομία θα ήταν από δυσμενείς έως καταστροφικές. Πτώση της βιομηχανικής παραγωγής, αύξηση των τιμών και του πληθωρισμού, ανεργία, θα ήταν μερικά από τα αποτελέσματα. Δεν είναι τυχαίο ότι παρά τα μεγάλα λόγια κανένα μέλος της ΕΕ δεν έχει πετύχει τους στόχους του Κιότο (οι μόνες χώρες που το έχουν πετύχει είναι εκείνες που ξεκίνησαν να παίρνουν μέτρα μείωσης των εκπομπών πριν την υπογραφή του Κιότο που έγινε το 1997, η οποία συνθήκη όμως θεωρεί το 1990 ως έτος βάσης). Επίσης, συνθήκες τύπου Κιότο δεν θα είχαν ούτως ή άλλως κανένα σημαντικό αποτέλεσμα στη μείωση των αερίων του θερμοκηπίου αφού δεν επιβάλλουν περιορισμούς στην Ινδία και την Κίνα, αμφότερες οι οποίες έχουν αρνηθεί δημόσια να αποδεχθούν περιορισμούς που θα έθεταν σε κίνδυνο την οικονομική τους ανάπτυξη.

Εναλλακτικά, οι δυτικές κυβερνήσεις θα μπορούσαν να επιβάλλουν ένα «πράσινο φόρο», κάτι που θα ήταν σαφώς πιο οικονομικά αποτελεσματικό. Ένα τέτοιο μέτρο όμως θα ήταν ιδιαίτερα απεχθές στους ψηφοφόρους, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην ΕΕ όπου οι κυβερνήσεις ήδη υπερφορολογούν τα καύσιμα.

Οι ιστορικές και οικονομικές συγκυρίες πρέπει επίσης να ληφθούν υπόψη. Το τέλος της δεκαετίας του 90, όταν υπογραφόταν το Κιότο, ήταν μια διαφορετική εποχή. Σήμερα ο κόσμος αντιμετωπίζει μια βαθιά οικονομική κρίση, ενώ η ανεργία και ο πληθωρισμός απειλούν τις συνθήκες διαβίωσης στις ανεπτυγμένες χώρες. Η πρόσφατη αιχμή στην τιμή του πετρελαίου έδειξε πόσο ευάλωτες είναι οι κοινωνίες μας. Αναρωτιέμαι αν θα υπάρξει κάποιος δυτικός πολιτικός, έχων σώας τας φρένας, ο οποίος θα απαιτήσει να προστεθούν επιπλέον φόροι στα καύσιμα, αυξάνοντας έτσι το κόστος ζωής για τους καταναλωτές, ώστε τα τρισέγγονά μας εκατό χρόνια από σήμερα να μπορέσουν (χωρίς να είναι καν βέβαιο) να ζήσουν σε έναν πλανήτη με πάγους και πολικές αρκούδες. Δυστυχώς, αυτοί οι ίδιοι οι πολιτικοί, αναλογιζόμενοι το πολιτικό κόστος, δεν πρόκειται να παραδεχθούν ποτέ ότι οι υπάρχουσες πολιτικές για το κλίμα είναι είτε πρακτικά ανεφάρμοστες είτε απλά κακές. Τουτέστιν, θα συνεχίσουμε να ακούμε μεγάλα λόγια και να μην βλέπουμε να γίνεται τίποτα ουσιαστικό.

Ένας πλανήτης χωρίς πετρέλαιο;

Τα γνωστά αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που υπάρχουν στη Γη είναι μη-ανανεώσιμα ωστόσο αρκούν, σύμφωνα με τους καλύτερους υπολογισμούς, για είκοσι ή τριάντα ακόμα χρόνια. Η απελευθέρωση του Αρκτικού Ωκεανού από τους πάγους, η εκμετάλλευση βαθύτερων υποθαλάσσιων κοιτασμάτων και η εξόρυξη κοιτασμάτων πίσσας θα μπορούσε να προσφέρει πετρέλαιο για άλλα διακόσια χρόνια. Επιπλέον τα κοιτάσματα άνθρακα θεωρούνται ότι αρκούν για άλλα τριακόσια χρόνια. Ο πλανήτης μας δεν υποφέρει από έλλειψη ενεργειακών αποθεμάτων. Ωστόσο, κι αν ακόμα υποθέσουμε ότι τα κλιματικά μοντέλα που προβλέπουν σημαντική αύξηση της θερμοκρασίας  και συνθήκες αποκάλυψης είναι λανθασμένα, υπάρχουν σημαντικοί γεωπολιτικοί και οικονομικοί λόγοι για τους οποίους ο δυτικός κόσμος θα πρέπει να στραφεί σε νέες, εναλλακτικές και ανανεώσιμες μορφές ενέργειας. Η ένταση με το Ιράν, η πρόσφατη κρίση στη Γεωργία, τα παραληρήματα του Τσάβες, ένας μελλοντικός ανταγωνισμός στον Αρκτικό Ωκεανό, η αυξανόμενη εξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, δείχνουν ξεκάθαρα πόσο επικίνδυνο είναι να συνεχίζουμε τις παλιές συνήθειες.

Ωστόσο η ενεργειακή απεξάρτηση της Δύσης δεν πρόκειται να συμβεί σύντομα. Σήμερα οι υδρογονάνθρακες – άνθρακας, πετρέλαιο, φυσικό αέριο – παρέχουν πάνω από τρία τέταρτα της παγκόσμιας ενέργειας. Σημαντικές επενδύσεις από κυβερνήσεις και ιδιωτικά κεφάλαια θα πρέπει να εστιαστούν στην έρευνα και ανάπτυξη ανανεώσιμων μορφών ενέργειας, όπως η αιολική, η ηλιακή, αλλά και η πυρηνική, όπως και στην έρευνα για εντελώς νέες μορφές ενέργειας, π.χ. η ενέργεια του κενού.

Μέχρι τότε θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι η κλιματική αλλαγή είναι κάτι αναπόφευκτο και η καλύτερη πολιτική είναι όχι εκείνη που προσπαθεί να την αποφύγει επί ματαίω, αλλά εκείνη που προετοιμάζει την ανθρωπότητα για να την δεχτεί, εξοπλίζοντας την με την κατάλληλη γνώση και τεχνολογία.

Προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή σημαίνει επίσης τη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της ανθρωπότητας. Ο λόγος που η Ολλανδία μπορεί να αντιμετωπίσει καλύτερα την εισχώρηση της θάλασσας στο έδαφός της από το Μπαγκλαντές είναι η διαφορά στον πλούτο ανάμεσα στις δυό χώρες. Ένα πλούσιο Μπαγκλαντές θα μπορέσει κάποτε να αντιμετωπίσει τις κλιματικές αλλαγές και να προστατέψει τους πολίτες του και τις περιουσίες τους. Το ίδιο ισχύει για τις χώρες της υποσαχάριας Αφρικής που υποφέρουν από λειψυδρία ή βλέπουν το μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους να χάνεται εξαιτίας του AIDS ή της ελονοσίας. Οι πλούσιες χώρες έχουν την ηθική υποχρέωση αλλά και το πρακτικό συμφέρον να υποστηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη των φτωχότερων χωρών. Υλοποιώντας πολιτικές τύπου Κιότο και βάζοντας φόρους όχι μόνον δεν βοηθάμε τους φτωχούς να γίνουν πλουσιότεροι, αλλά τους καταδικάζουμε για πάντα στη φτώχια και την αρρώστια, δυναμιτίζοντας ταυτόχρονα τα θεμέλια της δικής μας ευμάρειας και οικονομικής ανάπτυξης.

O Βάτραχος στην κατσαρόλα

Δεν καταλαβαίνω για ποιο πράγμα υποτίθεται ότι αγωνίζονται οι κομμουνιστές στην Ελλάδα. Με οχτακόσιους χιλιάδες δημόσιους υπαλλήλους και μια τερατώδη γραφειοκρατία η χώρα μας είναι η τελευταία σοβιετικού τύπου οικονομία στην Ευρώπη. Μπορεί το ΚΚΕ να έχασε στο Γράμμο και το Βίτσι, ωστόσο τα λεγόμενα «αστικά» κόμματα που κυβέρνησαν μεταπολεμικά κατάφεραν να μετατρέψουν την πατρίδα της δημοκρατίας και της ατομικής ελευθερίας στον παρειά της οικουμένης, διογκώνοντας το κράτος σε κάθε ευκαιρία και δανειζόμενοι στο όνομα των μελλοντικών γενεών. Αυτό όμως που δεν σαν λένε τα κόμματα, τα κόκκινα, τα πράσινα, τα μπλε, είναι ότι δεν θα υπάρξουν μελλοντικές γενεές.

Ο σοσιαλισμός και γενικότερα η αριστερά υποδύονται τους δήθεν αλτρουιστές επειδή, υποτίθεται, νοιάζονται για το κοινωνικό σύνολο περισσότερο από τους μη-κρατικιστές φιλελεύθερους (οι οποίοι, απουσιάζουν από το πολιτικό προσκήνιο της χώρας για λόγους που ελπίζω να αναλύσω σε μελλοντική μου στήλη). Το πόσο νοιάζονται το φανερώνουν φορολογώντας τους δημιουργικούς και επιτυχημένους ανθρώπους και ξοδεύοντας τα χρήματα αυτά στην πρόσληψη των πάσης φύσεως αχρήστων στο δημόσιο. Και να τώρα που η χώρα διέρχεται κρίση και οι διάφορες κοινωνικές ομάδες που κατάφεραν να συνδιαλλαγούν με τα κυβερνητικά κόμματα προασπίζονται τα «κεκτημένα» τους, αδιάφοροι για το ποιες επιπτώσεις η προάσπιση αυτή θα έχει για τους υπόλοιπους. Οι δημόσιοι υπάλληλοι δεν θέλουν να μειωθούν οι αποδοχές τους και ας πάνε να πνιγούν οι υπόλοιποι πολίτες. Αφού οι ίδιοι κατάφεραν και «χώθηκαν» κι έπιασαν τη «θεσούλα» ζήτω ο σοσιαλισμός. Βρείτε τα λεφτά από αλλού. Φορολογήστε τα κορόϊδα πιο βαριά. Ιδού ο σοσιαλιστικός αλτρουισμός και σε ποια επίπεδα εγωισμού οδηγεί τους ανθρώπους. Τα ίδια συνέβαιναν και στις πρώην κομμουνιστικές χώρες μέχρι που ο κόσμος αγανάχτησε και πέταξε από πάνω τους